“Σαν την χήρα στο κρεβάτι;”

Η φράση “σαν την χήρα στο κρεβάτι” πρέπει να καταργηθεί. Όχι απλά γιατί η χήρα πλέον μπορεί να ικανοποιήσει τις ερωτικές της ανάγκες όσο συχνά θέλει και άρα να μην έχει καν την πρεμούρα που υπαινίσσεται η φράση, ούτε γιατί είναι καθαρά σεξιστικό αφού όλοι γνωρίζουμε πολλές …άλλες ομάδες ανθρώπων που έχουν πολύ μεγαλύτερη πρεμούρα και συναντούν διαφορετικές αντικειμενικές δυσκολίες (η μάνα τους δεν τους αφήνει, έχουν σκοπιά και δεν έχει σήμα για youporn, η κοπέλα τους έχει περιόδο ή/και το fuck buddy τηλεμαραθώνιο στο netflix κλπ). 

Η πραγματική αιτία, λοιπόν, δεν είναι αυτοί οι απόλυτα αληθοφανείς λόγοι, αλλά το ότι εν πλω συνάντησα ένα νέο είδος πρεμούρας που καταλύει τις κοινωνικές ευπρέπειες. 

Κι αυτό είναι γιαγιά που της τελείωσε η μπαταρία του tablet μεσοπέλαγα και ψάχνει πρίζα. Στην αρχή καθόταν, φανερά περήφανη για τον εαυτό της που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ηλεκτρονική ταμπλέτα (πώς λέγεται ελληνιστί αυτό; πλακίδιο, δισκίο;) και πεκερετιπελεκούσε την οθόνη προσεκτικά ρίχνοντας ταυτόχρονα πλάγιες ματιές με χαμόγελο “σατανάδες το έμαθα το ρημάδι”. Μακαρίως αγνοώντας μάλλον το εικονίδιο που υποδηλώνει “χαμηλ μπατάρ”. Μοιραία κάποια στιγμή μετά την Κύθνο το έρμο παρέδωσε ψυχή στα χέρια της και πετάχτηκε ορθή με το τάμπλετ προς το μέρος μας σαν αποδεικτικό στοιχείο εγκλήματος, πέταξε σβέλτα τρία ζευγάρια γυαλιά από πάνω της (πρεσβυωπίας, κοντινά και ηλίου), και άρχιζε να ξεριζώνει τα περιεχόμενα της τσάντας της και να τα σπέρνει ολούθε μέχρι που τράβηξε το καλώδιο του φορτιστή, τον λίκνισε σαν λάσο και μετά βγήκε παγανιά για πρίζα, με μάτι θολό και πεινασμένο. 

Κοιτούσε σαν το τζάνκι δεξιά κι αριστερά, με μούρη φανερά ξενερωμένη και αηδιασμένη. Όλα τα “δεν υπάρχει κράτος” είχαν στιβαχτεί πίσω από το σφιγμένο πάνω χείλος και την κάθετη γραμμή ανάμεσα στα φρύδια και περίμεναν το σύνθημα για να ξεχυθούν κατά ριπάς… 

Εγώ καθόμουν ήσυχη στην γωνιά μου στον καναπέ, κοιτούσα την δουλίτσα μου, ή τελοσπάντων την οθόνη της δικής μου φορητής ψυχαγωγικής/εκπαιδευτικής συσκευής, που είχα φροντίσει να φορτίσω μέχρι και 2 λεπτά πριν μπω στο καράβι (και ναι ρε, όταν το κρατάω εγώ ή ψυχαγωγούμαι ή εκπαιδεύομαι, όταν το κρατάει η γιαγιά παίζει μπιμπλίκια ή ψάχνει ποια θα κάνει το 6ο παιδάκι της και πόσα λεφτά έχουν για να ξέρει τι μορφασμό θα πάρει) κι εκεί που ήμουν βυθισμένη στο σεμιναριάκι μου (για το οποίο ποτέ δεν υπάρχει στ’ αλήθεια χρόνος με δύο παιδιά, αλλά μέσα σε καράβι και χωρίς τα παιδιά, ξέρω-γω, ξεμειναν οι δικαιολογίες στην στεριά), εκεί λοιπόν, στην γαλήνη μου, γίνεται ξαφνικά “σεισμός”! Ολόκληρος ο καναπές σείεται απότομα και κοντεύω να εκπλαγώ (κοντεύω, δεν εξεπλάγην, καθότι και ζεν τυπάκι και είχα το νου μου στην γιαγιά που αλήτευε να δω τι θα κάνει, όχι απο κουτσομπολιό, από ανθρωπολογικό ενδιαφέρον βρε αδελφέ). Λοιπόν, με ένα χέρι η σούπερ γκράνι είχε σύρει τριθέσιο καναπέ από τον τοίχο και κοιτούσε από πίσω για πρίζα. Το ότι καθόμουν εγώ, ολοκληρος άνθρωπος, ενάμιση μέτρο, στον καναπέ, δεν την απασχόλησε ποτέ! 

Bέβαια, το σωστό να λέγεται, επειδή ακόμα και αυτοκτονική να είναι μια πραγματική “νοικοκυρά” πρώτα θα σφουγγαρίσει και μετά θα κόψει φλέβα, η γιαγιά ξαναέσπρωξε με το ένα χέρι τον καναπέ στην θέση του και μας κόλλησε και πάλι στον τοίχο μας (εμένα και την συσκευή, τι να μην την προσωποποιώ γιατί καταντάω ίδια μ’ αυτήν που σχολιάζω; Άντε καλά, ανακαλώ). Γιατί η ταραχή, ταραχή αλλά και η τάξη, τάξη! Να μας πουν εξωφρενικές, δεκτό, προς Θεού όμως, όχι και ακατάστατες! Και έτσι απότομα όπως ήρθε, έφυγε αγανακτισμένη και αποφασισμένη να ψάξει το υπόλοιπο καράβι. Επέστρεψε μετά από μισή ώρα με σταυρόλεξο υπό μάλης, άρα θεωρώ ότι καμία πρίζα δεν τόλμησε να εμφανιστεί μπροστά στο μένος και την οργή της. 

Πριν λίγο η σούπερ γκρανι φωνασκούσε και χειρονομούσε μόνη της, λέω πάει το χασε, δεν άντεξε την πίεση του 7 οριζοντίως χωρίς google, εύλογο κι οικουμενικό, ούτε εγώ θα την άντεχα. Μήπως συνομιλούσε με το αόρατο; Όχι όχι, φορούσε εκείνα τα μοντέρνα ψειράκια, τα αντικατασκοπευτικά και ευρίσκετο σε κλήση. Η γιαγιά με κοίταξε περιφρονητικά εμένα με τα bluetooth ακουστικά που ενώνουν μεταξύ τους με ένα καλωδιάκι στον αυχένα και κλείνουν με μαγνητάκια… πού πάω η αρχαία; Μα είναι δώρο του αδελφού μου, πού να καταλάβει η αδίστακτη γιαγιά από συναισθηματική αξία; Αν είχα power bank θα με είχε πετάξει στην θάλασσα χωρίς δεύτερη σκέψη… 

Τώρα φταίω εγώ να βγάλω το βελονάκι μου, που το κρατάω για τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις, να της ανεβάσω την πίεση; Φταίω; Δεν θα της το έκανα αυτό, όχι γιατί έχω μεγάλη καρδιά και την συγχώρησα που με πήρε και με σήκωσε (σχεδόν) για να βρει πρίζα χωρίς ούτε “ουστ”, ούτε “συγγνώμη επείγομαι”, “αχ, σας ενόχλησα; ήτο τυχαίο” αλλά γιατί πάνω στον πανικό της την αγάπησα… τα ίδια και χειρότερα κάνω ήδη, πού να βρεθώ στην ηλικία της! Για να επανέλθω… Σαν γιαγιά με αφόρτιστο τάμπλετ σε 8ωρο ταξίδι λοιπόν όχι σαν την χήρα στο κρεβάτι…η χήρα το πολύ να χασμουριέται από ανία… η γιαγιά όμως την έζησε την ένταση! Την μετέδωσε κιόλας!